Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΛΕΣΧΗ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δευτέρα πρωί. Οκτώ και τέταρτο. Με μηχανικές κινήσεις εξοπλίζομαι με το τελευταίο μου καλό, καθαρό πουκάμισο. Πάλι δεν έβαλα πλυντήριο το σαββατοκύριακο. Σε κάθε χτύπημα του δευτερολεπτοδείκτη κλείνει άλλο ένα κουμπί. Τικ τακ, τικ τακ, τικ και τακ και… Έτοιμος.

Καθρέφτης. Πλύσιμο δοντιών, ξύρισμα, χαμόγελο, μαλλί ελαφρώς αραιωμένο μα άρτια χτενισμένο, ίσιος γιακάς, όλα καλά. Μπουφάν, τσάντα στο χέρι, ακουστικά στα αυτιά, και βρίσκομαι στο ασανσέρ. Οκτώ και εικοσιπέντε είμαι στον δρόμο.

Καλημέρα Αθήνα. Καλή βδομάδα να ‘χουμε.

Μέρα με τη μέρα, την μία εβδομάδα μετά την άλλη, το ίδιο γνώριμο πλέον τροπάριο. Παίρνω τους δρόμους και ψάχνω για δουλειά. Έχοντας οργανώσει από το απόγευμα της προηγούμενης όλες τις μεγάλες κλινικές ανάλογα με την τοποθεσία τους, περνάω και αφήνω φωτοτυπίες του βιογραφικού μου σημειώματος. Τα λόγια αλλάζουν αλλά η ουσία της απάντησης είναι σχεδόν πάντα η ίδια.

«Ψυχολόγος; Προϋπηρεσία έχετε; Δύο χρόνια εθελοντικής εργασίας, έ; Αλλά ουσιαστικά δεν έχετε δουλέψει ποτέ. Ναι, βέβαια… Και ο εθελοντισμός εργασία είναι, δεν αντιλέω»
Κάπου εδώ, συνήθως προσπαθούν να κρύψουν ένα μειδίαμα πριν συνεχίσουν.

«Κοιτάξτε να δείτε. Αυτόν τον καιρό έχουμε κάποιους και δεν ψάχνουμε άλλους. Ναι, βέβαια συμπληρώστε μια αίτηση και θα σας ενημερώσουμε εάν αδειάσει κάτι. Παρεμπιπτόντως, συστάσεις έχετε; Α όχι, όχι. Δε μας κάνουν οι προηγούμενοι εργοδότες. Εννοούμε εδώ. Μέσα από το νοσοκομείο. Κάποιον γνωστό; Κάποιον συγγενή; Εντάξει, εντάξει δεν πειράζει, πάρτε μια καρτούλα και θα επικοινωνήσουμε εμείς μαζί σας.»

Δεν επικοινωνούν. Ποτέ και για κανένα λόγο. Που πας χωρίς συστάσεις από τα ενδότερα ρε μεγάλε;

Τελειώνω κατά τις τρεις κουρασμένος, ιδρωμένος, αποκαρδιωμένος και ταπεινωμένος κάθε φορά με νέους τρόπους που δεν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν.. Φουλ εφτάωρο με λίγα λόγια.

Η αναζήτηση έχει ξεκινήσει συνήθως από κάποιο προάστιο και καταλήγει κάπου κεντρικά. Αφού φάω και την τελευταία πόρτα στα μούτρα, ανάβω το προτελευταίο τσιγάρο του πρώτου πακέτου της ημέρας. Καπνίζω πάντα στο δρόμο και καπνίζω πολύ. Κάνει το περπάτημα λιγότερο βαρετό.

Κατηφορίζοντας στην Ερμού, κόσμος με προσεγγίζει και προσπαθεί να μου μιλήσει. Θυμάμαι παλιότερα που ονειρευόμουν πως θα ´μαι μια μέρα διάσημος στον τομέα μου, και θα με σταματούν άγνωστοι στο δρόμο για να με γνωρίσουν. Περνούσα ώρες φαντασιωνόμενος τι θα με ρωτούσαν και ποιές θα ήταν οι απαντήσεις μου.

Αυτό ακριβώς είναι το νόημα των φαντασίωσεων. Οτι παραμένουν στην φαντασία μας. Συνήθως, σε ένα αμυδρό 98 τα εκατό των περιπτώσεων, τα πράγματα εξελίσσονται κάπως εντελώς διαφορετικά απ´ ότι τα φαντασιωνόμαστε.

Δε με ξέρει η μάνα μου, και δεν μπορώ να φανταστώ ούτε μισό λόγο για τον οποίο θα ήθελε κάποιος να με γνωρίσει. Ο κόσμος που με πλησιάζει ζητάει λεφτά. Για να πάρει, ένα σάντουιτς, για ένα πακέτο τσιγάρα, για τους άπορους, για την Greenpeace και την WWF (πληρώνουν στ´ αλήθεια νοίκι τα κόαλα; Είναι ακριβά τα ρετιρέ των αυστραλέζικων δέντρων έ; Καταλαβαίνω…), για ότι σκατά χωράει το ήδη κουρασμένο κεφάλι μου.

Μέσα στα τελευταία εκατό μέτρα έχω ήδη πει γύρω στα εφτά όχι.

Ο όγδοος που με πλησίαζει θέλει ένα ευρώ για να πάρει ένα τσάι, κ εγώ είμαι ήδη κουρασμένος, μουρμουρίζω κάτι για τους βρετανούς, τις οικονομικές τους διεισδύσεις που μας έριξαν στην κρίση, τα τσάγια τους και τις ανάποδες λωρίδες και τις ψυχρές τους γκόμενες που ειναι σαν ανάποδα γαμώτο, μα εκείνος επιμένει.Με παίρνει από πίσω και με παρακαλάει ξανά και ξανά και κάπου εδω είναι το σημείο στο οποίο σταματάω και κάνω μεταβολή για να τον αντικρύσω κατάματα.

“Είμαι άνεργος, ρε γαμημένε! Άνεργος ρε κάθαρμα, το καταλαβαίνεις; Α-ΝΕ-ΡΓΟΣ”.

Oυρλιάζω με όλη μου τη δύναμη, κι αυτός πισωπατάει, με κοιτάζει με ένα μείγμα φόβου και συμπόνοιας, και υπό κανονικές συνθήκες θα αισθανόμουν άσχημα που φέρθηκα έτσι, μα τώρα με κατακλύζει ένα κύμα ενέργειας, λυτρωτικό. Το μυαλό μου τρέχει σε κάτι αμερικάνικες ομάδες αυτοβοήθειας που ανεβάζουν τον κόσμο στις ταράτσες και τον βάζουν να φωνάξει το πρόβλημά του στο κενό.

“Είμαι αλκοολικός, είμαι νυμφομανής, είμαι άντρας”, τα προβλήματα ποικίλλουν. Φαίνεται πως όταν φωνάζεις αυτό που σε τρώει και σε καταστρέφει, κατά κάποιο τρόπο το ξορκίζεις, το συνειδητοποιείς, το μειώνεις και το αποδέχεσαι ταυτόχρονα. Τελικά δουλεύει. Μυστήριο, μα άκρως ανακουφιστικό.

Εμφανώς ξαλαφρωμένος, συνεχίζω να κατηφορίζω. Λίγη ώρα αργότερα φτάνω στην καφετέρια. Δεν έχω μπει ποτέ στον κόπο να κοιτάξω το όνομά της, μα πάω εκεί καθημερινά τελειώνοντας την ημερήσια αναζήτηση.

Περνάω την πόρτα και όλα τα κεφάλια του μαγαζιού στρέφονται στιγμιαία προς το μέρος μου. Πολλά βλέμματα, όλα τους σκεπτικά. Ουτέ ένα χαμόγελο. Κοιτάζω προς το τραπέζι στο βάθος. Ο Νίκος είναι ήδη εκεί. Ωραία. Καθώς πηγαίνω προς το μέρος του, οι υπόλοιποι γυρίζουν και συνεχίζουν τις κουβέντες τους. Η Χριστίνα πίσω από το μπαρ έχει ήδη αρχίσει να ετοιμάζει ένα φραπέ. Γλυκό με γάλα.

“Πώς πήγε σήμερα;”

“Πλάκα μου κάνεις ρε Νίκο; Πώς περίμενες να πάει δηλαδή; Τα ίδια.”

Ο Νίκος χαμηλώνει το βλέμμα. Τυπική, μα χαζή ερώτηση και το ξέρει. Αν είχε πάει καλα δε θα βρισκόμουν εκεί.

“Κοίτα να δεις, εγώ έχω κουραστεί πια.”

“Όλοι έχουμε κουραστεί. Δεν είναι λες και έχουμε πολλές επιλογές¨

“Γιώργο, εγώ τη λύση μου την βρήκα. Και μπορεί να καταφέρω να φτιάξω κι εσένα”

Οι παλμοί μου ανεβαίνουν ακαριαία. Τα αρνητικά του να είσαι ψυχολόγος υποθέτω. Κάθε φορά που κάποιος σε κοιτάζει μ´ αυτό το βλέμμα και σου λέει ότι βρήκε τη λύση, το μυαλό σου πάει στην αυτοκτονία.

“Για πες”

Σκύβει το κεφάλι του προς το μέρος μου. Μιλάει τόσο σιγά που δεν ακούω τίποτα. Διαβάζω τα χείλη του για να τον καταλάβω.

“Θα μπω σε Στοά”

“Ώπα ρε Μετροπόντικα!”

Σαρκασμός. H βασικότερη των αμυνών μας. Τελευταία τη χρησιμοποιούμε ολοένα και συχνότερα.

“Σοβαρά σου μιλάω ρε μαλάκα. Θα γίνω Μασώνος”

Ξέρω ότι το εννοεί. Το ήξερα εξ αρχής, απλως δεν ήθελα να το δεχτώ. Τα σημεία στα οποία είμαστε πλέον διατεθειμένοι να φτάσουμε με τρομάζουν.

“Μην ανησυχείς, κάτι θα γίνει από κει και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε και με σένα. Θα την βρούμε την άκρη”, συνεχίζει, μα εγώ βρίσκομαι πλέον αλλού.

Κοιτάζω τα τραπέζια τριγύρω. Κάποιοι πίνουν καφέ, κάποιοι έχουν αρχίσει από τώρα με τα τσίπουρα και τους μεζέδες. Για άλλη μια μέρα είμαστε όλοι εδώ. Η Μυρτώ. Απόφοιτος καλών τεχνών, πληρώνει το νοίκι της πουλώντας κοσμήματα και ζωγραφιές. Η Έλενα, νηπιαγωγός που προσπαθεί να διοργανώσει παραστάσεις κουκλοθέατρου. Η Αθηνά τελείωσε οικονομικά μα της αρέσει το γράψιμο. Γράφει εθελοντικά για free press και παίρνει λεφτά για τσιγάρα από τους γονείς της. Η Μάνια είναι απόφοιτος πολυτεχνείου μα ζει παίζοντας μουσική τα βράδια σε μπαρ. Ο Μάνος σπούδασε κοινωνιολογία. Τώρα κολλάει αφίσσες για λογαρασμό του μεγάρου μουσικής και βγάζει τέσσερα ευρώ την ώρα. H Χριστίνα που μας σερβίρει είναι κι αυτή απόφοιτος ψυχολογίας. Αναρωτιέται μήπως έκανε λάθος επιλογή. Καλύτερα καλή, έστω και ανασφάλιστη σερβιτόρα παρά κακή και άνεργη ψυχολόγος, καταλήγει και χαμογελάει καθώς εξυπηρετεί ένα τραπέζι στο βάθος που κρυφοκοιτάει μέσα στο ντεκολτέ της. Τιπς. Τα τιπς είναι καλά.

Κι οι υπόλοιποι εδώ είναι. Ο Γιώργος, ο Κώστας, η Έλλη, όλοι τους. Δυστυχώς για άλλη μια μέρα δεν λείπει κανείς. Μπορεί να καθόμαστε σε διαφορετικά τραπέζια, μα είμαστε όλοι μία παρέα.

Είμαστε μια συγκεκριμένη μερίδα χθεσινών φοιτητών. Αυτοί που δεν πήραν πτυχίο με εννιάμησι, μα με έξι. Αυτοί που διάβαζαν όσο χρειαζόταν και όχι λιγότερο, μα μήτε παραπάνω. Αυτοί που φρόντιζαν να επενδύουν τον ελεύθερό τους χρόνο σε ενδιαφέροντα που θα μας πήγαιναν μπροστά και στον τομέα μας, αλλά και σαν ανθρώπους. Τέχνες, πολιτισμός, άλλες επιστήμες. Τέτοια πράγματα. Είμαστε αυτοί που δεν ήταν όλη την ώρα πάνω από ένα βιβλίο ούτε έβαφαν πανό και πλακαρ ως δάκτυλοι κομματικών παρατάξεων. Αυτοί που έκαναν παρέα με αυτούς που γούσταραν, και όχι μ´ αυτούς που θα τους φαίνονταν χρήσιμοι στο μέλλον. Αυτοί που έμειναν στην απ´ έξω γιατί δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα κανενός.

Σήμερα, όλοι εμείς μαζί αποτελούμε, χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί, μία ομάδα. Μια άτυπη «Λέσχη Ανέργων» που συναντιέται καθημερινά στην συγκεκριμένη καφετέρια. Μαζευόμαστε γύρω στις τρεις, την ώρα που κλείνουν οι δομές και τα γραφεία προσωπικού των εταιριών που μας απορρίπτουν. Γνωριζόμαστε πλέον όλοι μεταξύ μας, και η αλήθεια είναι πως είμαστε καλοί. Οι καλύτεροι στον τομέα μας.

Είμαστε μία ομάδα επίλεκτων επιστημόνων. Ειδικά εκπαιδευμένοι να προσφέρουμε υπηρεσίες υψηλής ποιότητος, που δεν τις χρειάζεται κανείς.

Τα βράδια βρισκόμαστε ανά δύο σε σπίτια και πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο σαν σκυλιά. Πηδιόμαστε ξανά και ξανά μεταξύ μας, ανεξαρτήτος φύλου και ηλικίας προσπαθόντας να νιώσουμε κάτι. Οτιδήποτε θα μπορούσε να μας κάνει να αισθανθούμε ζωντανοί. Και τα μεσημέρια;

Κάθε μέρα, κάθε μεσημέρι, ένας ένας περνάμε την πόρτα. Αν μία στις τόσες κάποιος δε φανεί, αν κάποια καρέκλα μείνει άδεια, συμπεριφερόμαστε σαν έγκλειστοι ψυχιατρικού ιδρύματος. Υποθέτουμε πως βρήκε δουλεία και πως δεν θα τον συναντήσουμε πια. Του ευχόμαστε νοερά καλή τύχη στον έξω κόσμο, γιορτάζουμε που τον χάσαμε γιατί σημαίνει πως ξέφυγε και θ´ αρχίσει επιτέλους να ζει. Πίνουμε στην υγειά του και παίρνουμε δύναμη. Αφού τα κατάφερε αυτός, μπορούμε ίσως κάποια μέρα κι εμείς.

Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ένα παλικάρι. Δε πρέπει να είναι πάνω από 25 χρονών, είναι στην ηλικία μας περίπου, μα δεν είναι ένας από μας. Φοράει κουρέλια, είναι βρώμικος κι αξύριστος και το πρόσωπό του είναι χαραγμένο από ρυτίδες.

Πλησιάζει τα τραπέζια, τα παίρνει με τη σειρά, μα οι περισσότεροι δε γυρίζουν καν να τον κοιτάξουν. Φτάνει στο δικό μας.

“Παιδιά μήπως σας περισσεύει κάτι;”

Ζητιάνος. Δεν απαντάμε.

“Οτιδήποτε ρε παιδιά, σας παρακαλώ. Μη με αγνοείτε, μιλήστε μου τουλάχιστον”

Ο θυμός με κυριεύει και πάλι. Αυτός ο τύπος είναι στην ηλικία μας. Είναι αρτιμελής. Φαίνεται υγειέστατος. Με ποιό δικαίωμα δεν περνάει κι αυτός το δικό μας λούκι; Γιατί είναι εδώ και παρακαλάει να του χαρίσουμε λεφτά, αντί να τα κυνηγάει εκεί έξω όπως όλοι μας;

Βάζω το χέρι στην κωλότσεπη και τραβάω το πορτοφόλι. Απότομα. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω τραβήξει όπλο. Στην διαφανή θέση που έχει για την ταυτότητα, έχουμε όλοι μας εδώ και καιρό την κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ. Αυτή είναι η ταυτότητά μας τώρα. Λέει όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κάποιος για μας. Την βγάζω έξω. Αυτή τη φορά θα του την τρίψω στα μούτρα.

Με το που την αντικρύζει βάζει τα γέλια.

“Έχεις κι εσύ τέτοια, ε;”, μου λέει. “Κάτσε να σου δείξω τη δικιά μου”

Τραβάει από το μπουφάν του μια κάρτα. Είναι χιλιοτσαλακωμένη όπως όλα τα υπόλοιπα πάνω του. Μου δείχνει την πλευρά με τις ανανεώσεις. Θεέ μου!

Στην λέσχη ανέργων έχουμε πάψει να μετράμε την ηλικία μας χρονολογικά. Την μετράμε με τις ανανεώσεις της κάρτας. Γεννηθήκαμε όλοι τη μέρα που αρχίσαμε να αποτελούμε βάρος για την κοινωνία μας. Κάθε τρίμηνο που περνάει από αυτή τη μέρα, περνάει από πάνω μας βαρύ σαν δεκαετία. Ο Νίκος έχει τρεις ανανεώσεις. Είναι τριαντάρης. Η Μάνια είναι σαράντα. Εγώ μόλις είκοσι. Αλλά αυτό το παλικάρι… Θεέ μου, αυτό το παλικάρι είναι ογδόντα χρονών!

Τον κοιτάζω ξανά, αυτή τη φορά στα μάτια, και τώρα μπορώ πλέον να διακρίνω την απόγνωση και την παραίτηση στο βλέμμα του. Την πίκρα στο χαμόγελό του. Είναι ένας από μας. Ήταν ένας από μας πριν απ´ όλους μας.

Κρύβω την κάρτα μου, αηδιασμένος με όσα σκεφτόμουν λίγα λεπτά πριν. Πως μπόρεσα; Ρίχνω μια γρήγορη ματία στο πορτοφόλι μου. Τέσσερα ευρώ όλα κι όλα. Δυόμισι για τον καφέ, ένα σαράντα για το μετρό της επιστροφής. Περισσεύουν δέκα λεπτά. Τι σκατά να σου κάνουν δέκα λεπτά;

Μετράω ενάμισι ευρώ σε φραγκοδίφραγκα. Του τα βάζω στην χούφτα και ταυτόχρονα σφίγγω την παλάμη του. Θέλω να νιώσει ότι τον καταλαβαίνω.
Πληρώνω και τον καφέ και μένω χωρίς φράγκο. Δε πειράζει, γιατί τον κοιτάζω και διακρίνω κάτι αγνό σ´ αυτό το χαμόγελο.

Είμαι είκοσι χρονών και είναι ογδόντα. Είμαι ξεκούραστος ενώ δίπλα μου άνθρωποι παραπέουν ψάχνοντας λόγους να συνεχίσουν να ζουν. Να πάει να γαμηθεί το μετρό. Η Αθήνα είναι όμορφη σήμερα κι ας βρέχει κι ας φυσάει.

Θα γυρίσω με τα πόδια.

Τέλος

Το παραπάνω κείμενο ανήκει στο φίλο Γείτων, http://geitwn.wordpress.com/2011/05/14/%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%87%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CF%89%CE%BD/

θα αφήσω τα σχόλια για σας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου